Υπάρχει ένας πολύ παλιός και ξεχασμένος μύθος για ένα καραβάνι κάποιων, κάπως αδέξιων χορευτών.
Λιγάκι τέρατα, αλλά γεμάτοι με ανεκδήλωτη ομορφιά και δύναμη.
Ένας Μάγος Χορευτής τούς έλκυσε με έναν Μυστικό Τρόπο στο βουνό όπου κατοικούσε.
Τους άρπαξε κατ’ Εντολή για να τους μάθει να χορεύουν.
Να χορεύουν για να Θυμηθούν.
Να γιατρευτούν από την μεγαλύτερη ασθένεια που υπάρχει στον κόσμο.
Την Λήθη.
Εμφανίστηκε στον καθέναν από αυτούς με μια διαφορετική μάσκα.
Μια διαφορετική μεταμφίεση.
Παρουσιάστηκε σαν Μάγος, σαν Πολεμιστής, σαν Αδελφός, σαν Πατέρας, σαν Αγαπημένος..., σαν..., σαν...
Σαν ο πιο μύχιος Πόθος τους.
Σαν το κομμάτι που ξέχασαν, έχασαν, φοβήθηκαν.
Έμοιαζε σαν Ξένος στην αρχή...
Για να καταλάβουν μετά, να νιώσουν με όλο τους το Είναι πως ήταν κομμάτι ολόδικό τους.
Ίδιο σε Ουσία... σε Τέλεια Μορφή...
Αυτοί οι εν δυνάμει Χορευτές είχαν ξεχάσει λοιπόν.
Και ποιος είπε πως όταν ξεχνάς δεν πονάς;
Ο πόνος, ή καλύτερα η Νοσταλγία, ήταν ο κρίκος που τους ένωνε.
Ο Πόνος που ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή της ζωής τους.
Γιατί στην χαρά, οι άνθρωποι ξεχνούν και τον ίδιο τον Θεό.
Ξεχνούν τον Εαυτό τους.
Και έτσι, λέει ο Μύθος, πως έπρεπε να γίνει.
Να ξεχάσουν, να χάσουν τον εαυτό τους, για να μπορέσουν να τον ξαναβρούν.
ΟΛΟΚΛΗΡΟ.
Μα ήταν αυτό μια δύσκολη πορεία για όλους και για τον κάθε έναν ξεχωριστά.
Ο Μάγος Θεραπευτής τούς πότισε πρώτα με ένα πανίσχυρο Ελιξίριο.
Το Ελιξίριο του Έρωτα.
Για να μπορέσουν να χορέψουν με μάτια Ερμητικά κλειστά.
Λίγα, ελάχιστα έχουν μείνει σαν μαρτυρίες για τότε.
Πού και πού, εμφανίζονται ιστορίες, άλλες φορές τραγούδια, άλλες φορές μουσικές ή ποιήματα, ζωγραφιές, χοροί...
Και κανείς δεν ξέρει ποιος και πότε τα έγραψε...
Έχουν όμως κάτι κοινό.
Το Άρωμα εκείνης της Ευλογημένης Συνάντησης και την Δόνηση Των Λόγων του.

